Ο Νικόλαος Koπέρνικος και το έργο του «De Revolutionibus Orbium Coelestium» (1543)

Ο Andreas Osiander,  έγραψε τον κάτωθι πρόλογο για το σημαντικό  έργο  του Nicolaus Copernicus «De Revolutionibus Orbium Coelestium»:
«Αποτελεί καθήκον του αστρονόμου να συνθέτει την ιστορία των ουρανίων κινήσεων με τη βοήθεια προσεκτικής και εξειδικευμένης μελέτης. Θα πρέπει, συνεπώς, να συλλάβει με το νου και να περιγράψει τα αίτια τούτων των κινήσεων ή να κάνει υποθέσεις σχετικά με αυτά. Δεδομένου ότι δεν μπορεί με κανένα τρόπο να προσεγγίσει τα αληθή αίτια, είναι υποχρεωμένος να υιοθετήσει τις υποθέσεις εκείνες που θα του επιτρέψουν να υπολογίσει σωστά τις κινήσεις που θα πραγματοποιηθούν στο μέλλον ή έλαβαν χώρα στο παρελθόν, βασιζόμενος στις αρχές της γεωμετρίας. Ο συγγραφέας του παρόντος έργου έχει ανταπεξέλθει και στα δύο καθήκοντα με τρόπο έξοχο. Διότι οι υποθέσεις αυτές δεν χρειάζεται να είναι αληθείς, ούτε καν πιθανές. Αντιθέτως, θα ήταν αρκετό εάν μπορούσαν να προκύψουν από αυτές υπολογισμοί συνεπείς προς τις παρατηρήσεις.» Το ερώτημα που τίθεται είναι: Ποιές ήταν οι επιδιώξεις του Osiander με το πρόλογο αυτό?

Τον 16ο αιώνα υπήρχαν στον ευρωπαϊκό χώρο δυο διαφορετικές θεωρίες σχετικά με την εξήγηση της κίνησης των πλανητών. Οι δυο αυτές αστρονομικές σχολές συμφωνούσαν και θεωρούσαν ως κέντρο του στερεώματος την Γη ενώ η διαφορά τους ήταν στον τρόπο με τον οποίο εξηγούσαν τις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων. Οι μεν φυσικοί φιλόσοφοι υποστήριζαν ότι οι πλανήτες εκτελούσαν ομαλές κυκλικές κινήσεις γύρω από την Γη όπως όριζε η φυσική φιλοσοφία του Αριστοτέλη, ενώ οι δε υποστηρικτές του συστήματος του Πτολεμαίου (127 μ.Χ. – 151 μ.Χ.) υπέθεταν έκκεντρες τροχιές και την ύπαρξη επίκυκλων. Και τα δυο αυτά αστρονομικά συστήματα δεν μπορούσαν να εξηγήσουν με ακρίβεια και χωρίς αμφιβολία τα φαινόμενα.

Η διαμάχη αυτή ώθησε τον καθολικό ιερωμένο Nicolaus Copernicus (1473 – 1543) να πραγματευτεί μία υπόθεση με κέντρο τον Ήλιο και τη Γη να κινείται. Το έργο του με τίτλο «De Revolutionibus Orbium Coelestium» όπου περιέγραφε και υποστήριζε την υπόθεση του αυτή, ήταν αφιερωμένο στον Πάπα Παύλο Γ΄ (1468 – 1549) και εκδόθηκε το 1543 αφότου είχε πεθάνει. Την πρώτη έκδοση του έργου αυτού συνόδευε ένας ανυπόγραφος πρόλογος, ο οποίος σύμφωνα με τα λεγόμενα του Johannes Kepler (1571 – 1630) τον είχε συγγράψει ο προτεστάντης θεολόγος Andreas Osiander (1498 – 1552).

Ο πρόλογος του Osiander φανερώνει την επικρατούσα άποψη σχετικά με τις αστρονομικές υποθέσεις. Πρώτος είχε διατυπώσει ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πρόκλος (412 μ.Χ. – 485 μ.Χ.), την άποψη ότι ο ανθρώπινος νους δεν ήταν δυνατόν να αναπαράγει με βέβαιο τρόπο τις κινήσεις των πλανητών και των αστέρων και ως εκ τούτου εφικτό ήταν μόνο να κάνουμε υποθέσεις. Οπότε η αστρονομία ως επιστήμη βασιζόταν σε υποθέσεις που σκοπό είχαν να ικανοποιούν καλλίτερα τα φαινόμενα που παρατηρούνται. Ο Osiander στον πρόλογο του επαινούσε τον Κοπέρνικο ως καλό μαθηματικό και ότι η υπόθεση του ικανοποιούσε «έξοχα» τα φαινόμενα, αλλά δεν ήταν και υποχρεωτικό να αποτελεί και την πραγματικότητα.

Στην αφιέρωση του προς τον Πάπα ο Κοπέρνικος μεταξύ των άλλων φαίνεται να είχε ακριβώς αντίθετη άποψη από τον Osiander. Έχοντας ζήσει στην Βόρεια Ιταλία, ήρθε σε επαφή με έργα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων που είχαν υποστήριξε το ηλιοκεντρικό σύστημα και την κίνηση της Γης. Αυτό τον οδήγησε να διεξαγάγει εντατική έρευνα σχετικά με την ιδέα αυτή όπου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η υπόθεση ενός ηλιοκεντρικού συστήματος με την Γη να κινείται, είχε ως αποτέλεσμα αφενός να ικανοποιούνται τα φαινόμενα που παρατηρούνται στους ουρανούς και αφετέρου να αποτελεί την μοναδική λύση με την οποία το σύμπαν αποκτούσε συνοχή και δεν αποδιοργανωνόταν.

Ο Osiander όπως και πολλοί άλλοι αστρονόμοι της περιόδου αυτής μεταξύ αυτών και ο Κοπέρνικος θεωρούσαν την ιδέα της κίνησης της Γης παράλογη. Η ιδέα αυτή έρχονταν σε αντίθεση και με την φυσική φιλοσοφία του Αριστοτέλη αλλά και με τα κείμενα των Γραφών. Στα πλαίσια αυτά ο Osiander τοποθετώντας τον πρόλογο αυτό στο έργο του Κοπέρνικου προσπάθησε να κατευνάσει τόσο τους φιλοσόφους όσο και τους θεολόγους. Όμως η περίοδος αυτή απετέλεσε για την αστρονομία αλλά και γενικότερα για την επιστήμη μεταβατικό στάδιο και μια υπόθεση, όσο παράλογη και αν φαινόταν, εφόσον ήταν ικανή να σώζει τα φαινόμενα, θεωρείτο πλέον χρήσιμη.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία:

1. Herbert Butterfield, Η καταγωγή της σύγχρονης επιστήμης (1300-1800), ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2010.

2. David Nicholas, Η εξέλιξη του Μεσαιωνικού κόσμου, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2009

3.  Pierre Duhem, Σώζειν τα Φαινόμενα – Δοκίμιο για την έννοια της φυσικής θεωρίας από τον Πλάτωνα έως τον Γαλιλαίο, Νεφέλη, Αθήνα, 2007.

 

This entry was posted in Επιστήμη and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.