Daily Archives: 24/03/2015

Ιστορία Λέξεων – ψήφος

ψήφος < αρχαία ελληνική ψῆφος < ψάω που σημαίνει τρίβω, κάνω κάτι λείο ψῆφος (psêphos): θηλυκό ουσιαστικό ιωνικού τύπου, δωρικός τύπος: ψᾶφος, αιολικός τύπος: ψᾶφαξ ψῆφος (psêphos) (genitive ψήφου) f, (a) a pebble, small stone, (b) hence, from their use … Συνέχεια

Posted in Γλώσσα, Ιστορία | Tagged | Σχολιάστε