Η διαψευσιμότητα ως αντίδοτο στη θετικιστική αντίληψη – Falsifiability

Flying gallop falsified Jean Louis Théodore GéricaultΤο 19ο αιώνα η κλασσική φυσική είχε φτάσει στο απόγειο της και οι ιδέες της νευτώνειας φυσικής σε σημείο καμπής. Νέες θεωρίες της φυσικής ανακαλύπτονταν, όπως ο ηλεκτρομαγνητισμός και οι νόμοι της θερμοδυναμικής, ενώ ταυτόχρονα διατυπώνονταν και προβλέπονταν φαινόμενα τα οποία δεν είχαν αποτελέσει μέχρι τότε αντικείμενο παρατήρησης. Αποκορύφωμα αυτής της δεύτερης επιστημονικής επανάστασης αποτέλεσε το έργο του Αϊνστάιν ο οποίος, συνδυάζοντας φιλοσοφία και φυσική, κατάφερε να διευρύνει τα όρια της επιστήμης.


Οι επιστημονικές εξελίξεις διαδραματίζονταν εντός ενός θετικιστικού πλαισίου αντίληψης της επιστημονικής μεθόδου. Παρά τις προσπάθειες των θετικιστών να επιλύσουν τα προβλήματα της επαγωγής, δεν κατάφεραν να υποστηρίξουν αυτές τις εξελίξεις. Ο επαγωγικός συλλογισμός δε μπορούσε να αποδειχθεί ούτε λογικά ούτε εμπειρικά. Η αρχή της επαληθευσιμότητας ήταν, επίσης αδύνατον να επαληθευτεί και αυτή. Επιπρόσθετα, οι παρατηρήσεις και γενικότερα οι πειραματικές διαδικασίες, προκειμένου να προσδώσουν έγκυρη γνώση, καθοδηγούνταν από θεωρία, πράγμα το οποίο αντίκειται στην επαγωγιστική λογική. Επίσης, είχε προταθεί ότι η επιστήμη αποτελεί εργαλείο διερεύνησης της φύσης, καθώς και ότι οι θεωρητικές υποθέσεις είχαν πιθανολογική ερμηνεία. Με τις θεωρήσεις αυτές όμως δεν οδηγούμασταν σε βέβαιη εδραίωση μιας θεωρίας και γενικότερα δεν ανακαλύπτονταν η αντικειμενική όψη του κόσμου.

Οι αδυναμίες της θετικιστικής μεθοδολογίας οδήγησαν τον Karl Popper (1902 – 1994) στην εγκατάλειψη της επαγωγικής συλλογιστικής και στη διατύπωση της γνωσιολογίας της διαψευσιμότητας. Η διαψευσιμότητα αποτελούσε κριτήριο για την επικύρωση μίας υπόθεσης ή μίας επιστημονικής θεωρίας και συνέβαλε στη διαρκή πρόοδο της γνώσης.

Η συλλογιστική που ακολουθείτο ήταν ότι μία θεωρητική υπόθεση μπορούσε να θεωρείται διαψεύσιμη όταν διαπιστωνόταν λογική παρατηρησιακή ή πειραματική απόφανση η οποία ήταν αντίθετη προς αυτήν και ουσιαστικά την ακύρωνε. Εφόσον η συγκεκριμένη υπόθεση διαψευσθεί από κάποια νέα, τότε θεωρείτο ότι αυτή η νέα ήταν ανώτερη από την προηγούμενη συμβάλλοντας έτσι στην πρόοδο της επιστήμης και οδηγώντας την επιστημονική γνώση για το φυσικό κόσμο σε μια κατάσταση λιγότερου ψεύδους ή περισσότερης αλήθειας. Σύμφωνα με τους διαψευσιοκράτες μια επιστημονική θεωρία που εξηγούσε με αντικειμενικότητα και βεβαιότητα μία όψη του κόσμου όφειλε να συντάσσεται με την κατά το δυνατό καλλίτερη σαφήνεια και ακρίβεια. Επιπλέον θεωρείτο εγκυρότερη, όσο υψηλότερο βαθμό διαψευσιμότητας διέθετε, δηλαδή όσο μεγαλύτερο εύρος εφαρμογής είχε και όσο υψηλότερη ικανότητα παρουσίαζε να ανταπεξέρχεται σε απόπειρες διάψευσης.

Η διατύπωση αυτής της εναλλακτικής μεθοδολογίας, σύμφωνα με τον Popper, έδινε απάντηση με αποτελεσματικό τρόπο σε προβλήματα της μέχρι τότε επιστημολογίας. Σύμφωνα με τους διαψευσιοκράτες ήταν εφικτή η απόκτηση βεβαιότητας για μια θεωρητική υπόθεση εάν ακολουθούσαμε την αντίθετη μέθοδο από αυτή των επαγωγιστών, δηλαδή ότι από μια μοναδική παρατήρηση μπορούσαμε μέσω λογικών συνειρμών να συμπεράνουμε με βεβαιότητα ως ψευδή μια καθολική πρόταση. Έτσι ο Popper πίστευε ότι με την αρχή της διαψευσιμότητας διαχωρίζονταν πλέον οριστικά τα όρια μεταξύ επιστήμης και μη επιστήμης. Μια επιστημονική θεωρία που υποδείκνυε τα παρατηρησιακά ή πειραματικά μέσα με τα οποία διαψεύδεται και τελικώς απορρίπτονταν αποτελούσε βέβαιη απόρριψη με αποτέλεσμα την ορθολογικότερη προσέγγιση της πραγματικότητας.

Για τους διαψευσιοκράτες δεν αποτελούσε πρόβλημα ότι η θεωρία προηγείται της παρατήρησης, διότι θεωρούνταν ότι η επιστημονική γνώση προέρχεται από τη διαπίστωση και επίλυση προβλημάτων κατά τη διαρκή εξέλιξη της επιστήμης. Η πρόοδο των επιστημών, όπως την ορίζουν οι διαψευσιοκράτες, είχε να κάνει με την αντικατάσταση θεωριών από άλλες οι οποίες θεωρούνταν περισσότερο διαψεύσιμες. Κατά την διαδικασία αυτή οδηγούμασταν σε μια συνεχή διατύπωση υποθέσεων επί προβλημάτων που ανέκυπταν από τις υπό διάψευση θεωρίες. Ως εκ τούτου η επιστημονική γνώση εξελισσόταν ανεξάρτητα από την παρατήρηση και δε βασιζόταν σε αυτήν.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

  1. F. Chalmers, Τι είναι αυτό που το λέμε Επιστήμη;, Παν. Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2011.
  2. Charles Coylston Gillispie, Στην κόψη της αλήθειας,ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1994.
This entry was posted in Επιστήμη and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.