Η ζητιάνα του Λοκάρνο – Das Bettelweib von Locarno, Heinrich von Kleist

Old Houses LocarnoΣτους πρόποδες των Άλπεων, στο Λοκάρνο της βόρειας Ιταλίας, βρισκόταν ένας παλιός πύργος, ιδιοκτησία ενός μαρκησίου, απ’ τον οποίο ο σημερινός διαβάτης που έρχεται από το Σαν Γκοττάρ δεν βλέπει παρά τα ερείπια και τα χαλάσματά του: ένας πύργος με ψηλοτάβανες κι ευρύχωρες κάμαρες, που σε μιαν απ’ αυτές κάποτε η πυργοδέσποινα, κυριευμένη από συμπόνια, είχε καλέσει μια γριά άρρωστη γυναίκα, που ζητιάνευε μπροστά στην πόρτα της, να πλαγιάσει σ’ ένα αχυρόστρωμα που είχαν επίτηδες στρώσει γι’ αυτήν.

Ο μαρκήσιος που, επιστρέφοντας απ’ το κυνήγι, μπήκε τυχαία στο δωμάτιο, όπου συνήθιζε ν’ αφήνει το ντουφέκι του, πρόσταξε θυμωμένος τη γυναίκα να σηκωθεί από τη γωνιά όπου ήταν πλαγιασμένη και να πάει να χωθεί πίσω απ’ τη θερμάστρα. Όπως η γυναίκα σηκώθηκε, γλίστρησε με το δεκανίκι της πάνω στο γλιστερό δάπεδο, έπεσε και χτύπησε επικίνδυνα στη μέση της· σηκώθηκε με απερίγραπτους πόνους και διέσχισε το δωμάτιο, όπως την είχαν προστάξει· πίσω απ’ τη θερμάστρα, όμως, σωριάστηκε χάμω και ξεψύχησε με βογκητά και στεναγμούς.

Μερικά χρόνια αργότερα, καθώς ο μαρκήσιος αντιμετώπιζε σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες, εξαιτίας του πολέμου και της κακής σοδειάς, δέχτηκε την επίσκεψη ενός ιππότη από τη Φλωρεντία, που ήθελε ν’ αγοράσει τον πύργο, χάρη στην όμορφη τοποθεσία του. Ο μαρκήσιος που προσδοκούσε πολλά απ’ αυτή τη συναλλαγή, παράγγειλε στη γυναίκα του να φιλοξενήσει τον ξένο στην κάμαρη που προαναφέραμε, που έμενε αχρησιμοποίητη και την είχαν διαρρυθμίσει για μια άνετη και όμορφη διαμονή. Όμως τι έκπληξη ένιωσε το ζευγάρι, όταν ο ιππότης, κατάχλωμος και ταραγμένος, κατέβηκε μέσ’ στ’ άγρια μεσάνυχτα κοντά τους, διαβεβαιώνοντάς τους, στο λόγο της τιμής του, πως η κάμαρη ήταν στοιχειωμένη· κάτι αόρατο σ’ ανθρώπου μάτι, μ’ ένα θόρυβο σα να ’ταν πλαγιασμένο σ’ αχυρόστρωμα, είχε σηκωθεί απ’ τη γωνιά της κάμαρης, είχε διασχίσει το δωμάτιο με βήματα ευδιάκριτα, αργόσυρτα κι εξασθενημένα και είχε σωριαστεί πίσω απ’ τη θερμάστρα, όπου ξεψύχησε με βογκητά και στεναγμούς.

Ο μαρκήσιος ταραγμένος, δίχως κι ο ίδιος να γνωρίζει την αιτία, περιγέλασε τον ιππότη με προσποιητή ευθυμία για να τον καθησυχάσει και είπε πως θ’ ανέβαινε ευθύς πάνω στην κάμαρη να περάσουν τη νύχτα μαζί. Όμως ο ιππότης θερμοπαρακάλεσε να του επιτρέψουν να περάσει τη νύχτα σε μια πολυθρόνα στην κρεβατοκάμαρα του μαρκησίου κι όταν ξημέρωσε πρόσταξε να ζέψουν την άμαξά του, υπέβαλε τα σέβη του και αναχώρησε.

Τούτο το περιστατικό προκάλεσε μια ασυνήθιστη αναστάτωση και αποθάρρυνε, προς μεγάλη δυσαρέσκεια του μαρκησίου, πολλούς αγοραστές· έτσι, μιας κι ανάμεσα στους ίδιους τους υπηρέτες του διαδόθηκε η φήμη πως στην κάμαρα πλανιόταν τα μεσάνυχτα ένα φάντασμα, ο μαρκήσιος, προκειμένου να δώσει τέρμα με μια αποτελεσματική ενέργεια σ’ όλες αυτές τις διαδόσεις, αποφάσισε να ερευνήσει ο ίδιος το ζήτημα την επόμενη νύχτα.

Έτσι, σαν έπεσε το σκοτάδι, πρόσταξε ν’ ανεβάσουν το κρεβάτι του στην κάμαρη που προαναφέραμε και περίμενε, άγρυπνος, να έρθουν τα μεσάνυχτα. Όμως πόσο ταράχτηκε, όταν πράγματι, σαν σήμανε η ώρα που βγαίνουν τα φαντάσματα, πρόσεξε τον αλλόκοτο θόρυβο· ήταν σαν ν’ ανασηκωνόταν ένας άνθρωπος από ένα αχυρόστρωμα που έτριζε από κάτω του, να διέσχιζε το δωμάτιο και να κατέρρεε πίσω από τη θερμάστρα με στεναγμούς και ρόγχους. Το επόμενο πρωί, όταν κατέβηκε, τον ρώτησε η μαρκησία για τ’ αποτελέσματα της έρευνας· αυτός με φοβισμένο κι αμήχανο βλέμμα κοίταξε γύρω του και, αφού μαντάλωσε την πόρτα, τη διαβεβαίωσε πως η ιστορία με το φάντασμα ήταν αληθινή. Εκείνη τρόμαξε τόσο πολύ, όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή της δεν είχε τρομάξει, και τον παρακάλεσε πριν κάνει γνωστή την ιστορία, να προχωρήσουν μαζί, οι δυο τους, σε μια δεύτερη ψύχραιμη εξέταση του ζητήματος. Την επόμενη νύχτα όμως άκουσαν πράγματι, μαζί μ’ έναν πιστό υπηρέτη που πήραν μαζί τους, τον ίδιο αλλόκοτο και στοιχειωμένο θόρυβο· και μόνο η έντονη επιθυμία ν’ απαλλαγούν μ’ οποιοδήποτε τίμημα απ’ τον πύργο, τους έπεισε να μη φανερώσουν τον τρόμο που τους είχε κυριέψει μπροστά στον υπηρέτη τους και ν’ αποδώσουν το συμβάν σε μια οποιαδήποτε, επιπόλαιη και συμπτωματική αιτία, που αργά ή γρήγορα θ’ αποκαλυπτόταν. Την τρίτη βραδιά, καθώς οι δυο τους. αποφασισμένοι να εντοπίσουν τη ρίζα του κακού, ανέβαιναν με καρδιοχτύπι τη σκάλα προς τον ξενώνα, έτυχε να βρεθεί το σκυλί, που το ’χαν λύσει από την αλυσίδα του, μπροστά στην πόρτα του δωματίου. Τότε οι δυο τους, δίχως να το καλοσκεφτούν, ίσως με την ανομολόγητη επιθυμία να έχουν μια τρίτη ζωντανή παρουσία μαζί τους, πήραν και τον σκύλο μέσα στο δωμάτιο. Το ζευγάρι, με δυο κεριά πάνω στο τραπέζι, η μαρκησία δίχως να ξεντυθεί, ο μαρκήσιος με ξίφος και πιστόλια που είχε πάρει απ’ το ερμάρι πλάι του, κάθισαν, γύρω στις έντεκα, καθένας στο κρεβάτι του· κι όπως προσπαθούσαν, όσο μπορούσαν, να περάσουν την ώρα με συζητήσεις, ο σκύλος μαζεύει πόδια και κεφάλι, ξαπλώνει κι αποκοιμιέται στη μέση του δωματίου. Έπειτα, τα μεσάνυχτα ακριβώς, ακούγεται πάλι ο φριχτός θόρυβος· κάτι, αόρατο σ’ ανθρώπου μάτι, ανασηκώνεται πάνω σε δεκανίκια στη γωνιά του δωματίου· ακούγεται το άχυρο που θροΐζει από κάτω του· και με το πρώτο βήμα, ταπ! ταπ! ταπ!, ξυπνά ο σκύλος, σηκώνεται όρθιος απ’ το πάτωμα με τ’ αυτιά τσιτωμένα, γρυλίζοντας και γαβγίζοντας σα να ’ρχόταν άνθρωπος κατά πάνω του, και οπισθοχωρεί προς τη θερμάστρα. Τη στιγμή αυτή, πετάγεται η μαρκησία με τις τρίχες της κεφαλής της σηκωμένες, έξω απ’ το δωμάτιο· κι ενώ ο μαρκήσιος, αρπάζοντας το ξίφος, «ποιος είναι αυτού;» φωνάζει, και μην παίρνοντας απάντηση χτυπάει σα μανιακός στον αέρα προς όλες τις κατευθύνσεις, εκείνη προστάζει να ζέψουν την άμαξά της, αποφασισμένη να φύγει αμέσως για την πόλη. Όμως πριν προλάβει καλά καλά να συμμαζέψει μερικά πράγματα και να ξεχυθεί κατά την πόλη, βλέπει τον πύργο τυλιγμένο σε φλόγες. Ο μαρκήσιος, εξαγριωμένος απ’ το φόβο, είχε αρπάξει ένα κερί και το ’χε απλώσει στις τέσσερις γωνιές του δωματίου που, ντυμένο με ξύλο καθώς ήταν, τυλίχτηκε αμέσως στις φλόγες. Μάταια η μαρκησία έστειλε ανθρώπους μέσα να σώσουν τον δυστυχισμένο· εκείνος είχε με τον οικτρότερο τρόπο ήδη υποκύψει και σήμερα ακόμη κείτονται τ’ άσπρα του κόκαλα μαζεμένα απ’ τους χωρικούς στη γωνιά του δωματίου, απ’ όπου είχε κάποτε σηκώσει με τη βία τη ζητιάνα του Λοκάρνο.

μτφρ. Θοδωρής Δασκαρόλης

Ο Bernd Heinrich Wilhelm von Kleist (1777 – 1811), όπως ήταν το πλήρες όνομα του αποτέλεσε ένας από τους σημαντικότερους Γερμανούς συγγραφείς του 19ου αιώνα. Ο Kleist συγκαταλέγεται στο λογοτεχνικό ρεύμα του Γερμανικού Ρομαντισμού και ο οποίος θεωρείται ως ότι με το έργο του επηρέασε ένα ευρύ πεδίο λογοτεχνών της εποχής του. Είχε συγγράψει ποιήματα, θεατρικά έργα και διηγήματα μερικά εξ αυτών είναι: το θεατρικό δράμα Penthesilia το 1808, η κωμωδία Der zerbrochene Krug (Η σπασμένη στάμνα) το 1808 και μια σειρά από διηγήματα όπως το Das Erdbeben in Chili (Ο σεισμός στην Χιλή), το Michael Kohlhaas, και το Die Marquise von O….

https://en.wikipedia.org/wiki/Heinrich_von_Kleist

https://en.wikipedia.org/wiki/Romanticism

This entry was posted in Λογοτεχνία and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.