Ο κλεμμένος φάκελος – Stolen document, Karel Čapek

Painting-RobotΤο πρωί, στις τρεις, χτύπησε το τηλέφωνο του Φρουραρχείου: «Εδώ συνταγματάρχης Χαμπλ του Γενικού Επιτελείου. Στείλτε μου αμέσως δυο άνδρες της Στρατιωτικής Αστυνομίας. Και να ειδοποιήσουν αμέσως και τον αντισυνταγματάρχη Βίρζαλ, μάλιστα, ναι, βεβαίως της Υπηρεσίας Πληροφοριών. Ας πάρει αμάξι. Γρήγορα, είπα!..». Αυτό ήταν.

Μέσα σε μια ώρα έφτασε ο αντισυνταγματάρχης Βίρζαλ. Ήτανε, κάπου εκεί, στην αριστοκρατική συνοικία. Τον υποδέχτηκε ένας γερασμένος, φοβερά γνοιασμένος κύριος με πολιτική περιβολή: δηλαδή, μόνο με το πουκάμισο και το παντελόνι.

– Αντισυνταγματάρχα, μου συνέβη ένα πάρα πολύ άσχημο πράγμα. Κάθισε, αγαπητέ μου. Για φαντάσου: προχθές μου δίνει ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου ένα φάκελο και μου λέει: «Χαμπλ, πάρ’ τoνε και δούλεψε σπίτι. Όσο λιγότεροι το ξέρουν τόσο το καλύτερο. Στο Γραφείο μιλιά…»

– Τι είδους φάκελος ήτανε; ρώτησε ο αντισυνταγματάρχης Βίρζαλ. Ταλαντεύτηκε λιγάκι ο συνταγματάρχης Χαμπλ: «Χμμ», είπε, «μάθε το: ήτανε του II Γραφείου».

– Αα! έκανε ο αντισυνταγματάρχης Βίρζαλ κι άρχισε να προσέχει περισσότερο. Λοιπόν…;

– Άκου να δεις…, συνεχίζει με συντριβή ο συνταγματάρχης. Χθες όλη την ημέρα εργάσθηκα. Τη νύχτα όμως; Τι διάβολο να τόνε κάνω τη νύχτα; Να τον κλειδώσεις σε συρτάρι δεν είναι και τίποτα σπουδαίο. Χρηματοκιβώτιο δεν έχω. Που λες, αγαπητέ μου, την πρώτη νύχτα τον έκρυψα μέσ’ στα στρώματα του κρεβατιού. Μέχρι το πρωί τον κάναμε άνω κάτω…

– Το πιστεύω, είπε ο αντισυνταγματάρχης Βίρζαλ.

– Τι τα θες, ανάσανε ο συνταγματάρχης, η γυναίκα μου, είναι πιο χοντρή από μένα, με συμβούλεψε, την άλλη μέρα: Ξέρεις άντρα, θα τον βάλουμε σ’ ένα κουτί μακαρονιών και θα τον κρύψουμε στην αποθηκούλα. Πάντα την κλειδώνω τη νύχτα. Και παίρνω και το κλειδί… λέει η γυναίκα. Γιατί η υπηρεσία μας, μια χοντρέλα, δεν αφήνει τίποτε χωρίς να το δοκιμάσει. «Ποιανού θα του κατεβεί να ψάξει εκεί;» – «Καλά καλά… Μου άρεσε».

– Διπλό ή μονό παράθυρο έχει η αποθηκούλα σας; τον διέκοψε ο αντισυνταγματάρχης.

– Διάβολε! έκανε ο συνταγματάρχης. Είδες που δεν το σκέφτηκα καθόλου!.. Μονό!..

– Λοιπόν; Παρακάτω;

– Τι θες να γίνει πιο κάτω; Στις δυο το πρωί ακούει η γυναίκα μου την υπηρεσία να ξεφωνίζει. Πήγε να δει τι συμβαίνει. Και η Μαρία άρχισε κλαίγοντας: «Κλέφτες στην αποθηκούλα!» Τρέχειη γυναίκα μου να με φωνάξει και να πάρει το κλειδί, πετιέμαι με το πιστόλι κατά την αποθήκη και τι να δω!.. Το παράθυρο, τέτοιο… ξηλωμένο και το κουτί με τον φάκελο άφαντα. Κι ο λωποδύτης φευγάτος κι αυτός… Αυτό είναι˙ τέλειωσε παίρνοντας βαθιά ανάσα.

Ο αντισυνταγματάρχης έπαιζε ταμπούρλο με τα δάχτυλά του στο τραπέζι.

– Κύριε συνταγματάρχα, ήξερε κανείς άλλος ότι είχατε έναν τέτοιο φάκελο σπίτι;

Ο δύστυχος ο συνταγματάρχης κούνησε τα χέρια του: «Πού να το ξέρω, συνάδελφε; Αυτά τα καθάρματα οι πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών όλα τα μυρίζονται». Σύγκαιρα θυμήθηκε τη δουλειά του αντισυνταγματάρχη Βίρζαλ και τα ‘χασε: «…δηλαδή, θέλω να πω ότι είναι πολύ έξυπνοι άνθρωποι» διόρθωσε. «Αλλά στο λόγο της στρατιωτικής μου τιμής δεν το είπα σε κανέναν απολύτως».

– Θα ‘θελα να δω την αποθήκη, είπε όλος αμφιβολία ο αντισυνταγματάρχης.

– Πάμε! Από δω, από δω…, τον πήρε όλος υπόκλιση ο συνταγματάρχης. Από δω… εκεί, επάνω, ψηλά, είχα βάλει το κουτί.

Ο αντισυνταγματάρχης έβαλε τα γάντια του και σηκώθηκε κατά το παράθυρο που ήταν αρκετά ψηλά: «Με κοπίδι είναι κομμένο» είπε κοιτάζοντάς το.

Έξω, μπροστά από το παράθυρο στέκονταν δυο στρατιώτες.

– Είναι της Στρατιωτικής Αστυνομίας; ρώτησε ο αντισυνταγματάρχης, Θαυμάσια, θα πάω να δω κι απέξω. Κύριε συνταγματάρχα, οφείλω να σου πω να μη βγεις χωρίς διαταγή.

Ο συνταγματάρχης ξεφύσησε και κατάπιε ξερά: «Καταλαβαίνω. Δεν θα πάρεις κάτι; Να σου ψήσει η γυναίκα ένα καφεδάκι…»

– Δεν έχω καιρό τώρα, είπε ξερά ο αντισυνταγματάρχης. Και για τον κλεμμένο φάκελο τσιμουδιά… Εκτός αν… αν σε καλέσουν. Και κάτι ακόμα: στην υπηρέτρια πέστε ότι ο κλέφτης βούτηξε κάτι κονσέρβες, τίποτε άλλο.

– Για να σου πω, όμως…, είπε ο συνταγματάρχης μ’ απελπισία, θα βρεις τον φάκελο, ε;

– Θα προσπαθήσω, είπε ο αντισυνταγματάρχης και χτύπησε τα τακούνια του προσοχή.

Όλο φαρμάκι καθόταν το πρωινό εκείνο ο συνταγματάρχης Χαμπλ. Στιγμές στιγμές περνούσε από το μυαλό του πως έρχονται δυο αξιωματικοί να τον συλλάβουν. Άλλοτε πάλι προσπαθούσε να φανταστεί τι κάνει ο αντισυνταγματάρχης Βίρζαλ και πώς βάζει σε κίνηση ολόκληρο εκείνον τον φοβερό μηχανισμό της Υπηρεσίας Αντικατασκοπείας. Αρμένισε ο νους του στο συναγερμό του Γενικού Επιτελείου και αναστέναξε.

– Κάρολε, του ‘πε για εικοστή φορά η γυναίκα του (από πολλή ώρα είχε κρύψει γνοιασμένη το ρεβόλβερ του στη βαλίτσα της υπηρέτριας), δε θα φας κάτι;

– Παράτα με, σου είπα, διάβολε, την παράμασε ο συνταγματάρχης.

Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι. Ο συνταγματάρχης σηκώθηκε κι απόμεινε σε στάση προσοχής περιμένοντας με αυστηρή στρατιωτική πειθαρχία τους αξιωματικούς που έρχονταν να τον συλλάβουν. Ποιοι να είναι, άραγε; – σκέφτηκε αφηρημένα. Αντί να μπουν όμως αξιωματικοί, στην πόρτα φάνηκε ένας κοκκινοτρίχης, κοντός ανθρωπάκος, με το πομπέ του καπέλο στο χέρι, που έδειξε στο συνταγματάρχη τα μικρά δοντάκια του.

– Πίστορα, της αστυνομικής Διευθύνσεως, είπε.

– Τι θέλετε; μούγκρισε ο συνταγματάρχης, και με προσπάθεια να μη φανεί, πήγε στην ανάπαυση.

– Σας κλέψανε, λέει, την αποθήκη σας, έκανε ο κ. Πίστορα κάπως εμπιστευτικά – και να ‘με!… Ήρθα!…

– Και σας ενδιαφέρει αυτό; – ρώτησε όλος νεύρο ο συνταγματάρχης.

– Βεβαίως!.. – και το πρόσωπο του κ. Πίστορα φωτίσθηκε. Ανήκετε στην περιφέρειά μας. Κάτι είπε το πρωί στο φούρναρη η υπηρέτριά σας, σας κλέψανε, λέει. Και τότε λέω: Κύριε Διευθυντά, θα πεταχτώ ως εκεί…

– Δεν αξίζει τον κόπο. Κλέψανε μόνο… ένα κουτί μακαρόνια. Αφήστε το σας παρακαλώ.

– Πολύ περίεργο – έκανε ο κ. Πίστορα – να μη βουτήξουν πιο πολλά!.. Φαίνεται κάποιος τους χάλασε τη δουλειά.

– Ναι… ναι!.., τα σέβη μου, κύριε! έκοψε ο συνταγματάρχης.

– Παρακαλώ -χαμογέλασε δύσπιστα ο κ. Πίστορα- θα ‘πρεπε όμως να ρίξω μια ματιά στην αποθήκη προηγουμένως.

Θα ‘σκαζε ο συνταγματάρχης, αλλά υποτάχτηκε στη μοίρα του.

– Ελάτε!., είπε ανόρεχτα κι οδήγησε τον ανθρωπάκο στην αποθήκη. Όλος χαρά ο κ. Πίστορα κοίταξε το μικρό καμαράκι.

– Μμμ!.. -είπε ησυχασμένος κάπως- με κοπίδι τ’ άνοιξε. Μμμ, ο Πέπικ ή ο Άντρλικ.

– Τι είπατε; ρώτησε απότομα ο συνταγματάρχης.

– Δουλειά του Πέπικ είναι ή του Άντρλικ. Μα, αν δε γελιέμαι ο Πέπικ είναι μέσα. Αν έκοβε μόνο το τζάμι, τότε μπορούσε να ‘ναι ο Ντουρ, ο Λουίζος, ο Νόβακ, ο Χότσκα ή ο Κλήμεντ. Εδώ όμως μυρίζει Άντρλικ.

– Μπας και κάνετε λάθος; φώναξε ο συνταγματάρχης.

– Λέτε να ‘ναι κανένας νέος αποθηκάς; ξαφνιάστηκε ο κ. Πίστορα. Δεν πιστεύω. Δηλαδή, κι ο Μερτλ κόβει παράθυρα με κοπίδι, αλλά ποτέ δεν πάει σε αποθήκη, ποτέ, κύριε! Θα ρίξω μια ματιά, λοιπόν, για να δω τι γίνεται ο Άντρλικ.

– Χαιρετήστε τον και από μέρους μου! έκανε μουτρωμένος ο συνταγματάρχης.

Φοβερό πράγμα, σκέφτηκε, όταν έμεινε πάλι στις βασανιστικές σκέψεις του, τελείως ανίκανη είναι αυτή η αστυνομία! Αν τουλάχιστο ψάχνανε για δακτυλικά αποτυπώματα ή άλλα ίχνη -καλή είναι αυτή η ειδικευμένη μέθοδος, αλλά και τόσο ανόητα να πάνε πάλι;- Μπα, μπα, πού να τα βγάλει πέρα η αστυνομία με διεθνείς κατασκοπείες! Θα ‘θελα, όμως, να ξέρω τι κάνει ο Βίρζαλ.

Δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί στον πειρασμό. Ζήτησε τον Βίρζαλ στο τηλέφωνο. Ύστερα από μισή ώρα φωνές και κακό τον βρήκε.

– Εμπρός! – φώναξε όλος μέλι – Χαμπλ εδώ. Σε παρακαλώ, προχώρησες καθόλου; – Ξέρω, ξέρω ότι δεν μπορείς να μου πεις τίποτα, αλλά εγώ μόνον… Ξέρω ότι είναι δύσκολη περίπτωση, αλλά… μια στιγμή, Βίρζαλ, μια στιγμή, σε παρακαλώ, ξέρεις, μόνος μου σκέφτηκα να προσφέρω από την ατομική μου περιουσία δέκα χιλιάδες σ’ εκείνον που θα συντελέσει στη σύλληψη του εγκληματίου… Περισσότερα δεν έχω, αλλά ξέρεις, για μια τέτοια εξυπηρέτηση… Το ξέρω, πώς, το ξέρω, ότι απαγορεύεται… αλλά εγώ ολωσδιόλου ατομικά, ιδιωτικά… Και βεβαίως θα είναι καθαρώς ατομική μου υπόθεση, υπηρεσιακώς δεν γίνεται… Ή είναι δυνατό το ποσό να το μοιράσουν αυτοί οι ιδιωτικοί ντετέκτιβς; Δεν συμφωνείς; Σε παρακαλώ, συνάδελφε! Με συγχωρείς… Σ’ ευχαριστώ.

Έπειτα απ’ αυτή την απλόχερη χειρονομία ο συνταγματάρχης Χαμπλ λιγάκι ξαλάφρωσε. Είχε την εντύπωση, ότι τώρα τουλάχιστον έχει κι αυτός το μερίδιό του στην καταδίωξη αυτού του ειδεχθούς κατασκόπου. Ξάπλωσε στον καναπέ, γιατί είχε κουραστεί από τη συνεχή συγκίνηση. Μπροστά απ’ τα μάτια του πέρασε μια εικόνα: εκατό, διακόσοι, τρακόσοι άντρες της καταδίωξης ερευνούν τα τρένα, σταματούν τα αυτοκίνητα, πετούν προς τα σύνορα, περιμένουν στις γωνιές των δρόμων να συλλάβουν τον κατάσκοπο και ξαφνικά: «Εν ονόματι του νόμου: Ακολουθήστε με και τσιμουδιά!» Ανάπνεε δύσκολα. Ξύπνησε ιδρωμένος. Κάποιος χτυπούσε το κουδούνι.

Πετάχτηκε όρθιος και προσπάθησε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του. Στην πόρτα φάνηκαν τα μικρά δοντάκια του κ. Πίστορα.

– Όπως σας είπα: αυτός ήταν.

– Ποιος αυτός; ρώτησε ο συνταγματάρχης κάνοντας προσπάθεια να καταλάβει.

– Μα, σας το ‘πα: ο Άντρλικ, απάντησε με έκπληξη ο κ. Πίστορα.

– Μα τι διάβολο έχετε συνέχεια μ’ αυτόν τον Άντρλικ σας; μούγκρισε ανυπόμονα ο συνταγματάρχης.

Ο κ. Πίστορα άνοιξε τα λαμπρά ματάκια του.

– Να, αυτός βούτηξε τα μακαρόνια σας απ’ την αποθήκη – επέμενε. Ήρθα, όμως, να ρωτήσω κάτι άλλο: Ο Άντρλικ λέει πως στο κουτί δεν υπήρχαν μακαρόνια, μόνο κάτι χαρτιά βρήκε. Είναι αλήθεια;

– Χρυσέ μου!., κραύγασε δίχως ανάσα ο συνταγματάρχης. Πού ‘ναι ο φάκελος;

– Εδώ, στην τσέπη μου τον κρατώ – κι έδειξε πάλι τα δόντια του ο κ. Πίστορα -…πού διάολο, τον… – είπε ψάχνοντας κι ανακατώνοντας τα χαρτιά του φακέλου. ..Α, δικά σας είναι;

Ο συνταγματάρχης του άρπαξε απ’ τα χέρια τον πολύτιμο, τσαλακωμένο φάκελο υπ’ αριθ. 139/Υ ΙΙ του ΙΙ Γραφείου. Τα μάτια του λάμψαν από δάκρυα ανακούφισης.

– Χρυσέ μου άνθρωπε!., ξαλάφρωσε. Τι να σας προσφέρω γι’ αυτό που μου κάνατε…; Γυναίκα! – έβαλε τις φωνές. Έλα! Από δω ο κ. Διευθυντής, ο κ. Επιθεωρητής, εχ…

– Υπαστυνόμος Πίοτορα, είπε ο ανθρωπάκος δείχνοντας πάλι τα δόντια του.

– Βρήκε τον κλεμμένο φάκελο, φώναξε ζωηρά ο συνταγματάρχης. Φέρε μας να πιούμε κάτι. Βάλε κονιάκ. Πίστορα, εγώ… μα δεν ξέρετε πόσο… δηλαδή, για να ξέρετε… πιείτε, κ. Πίστορα…

– Στην υγεία σας!… – έκανε ο κ. Πίστορα με σεβασμό. Μα δεν είναι τίποτε… Όταν βρεθούμε μπροστά σε ξεχαρβαλωμένη αποθήκη τραβάμε να βρούμε τον Άντρλικ ή τον Πέπικ. Αλλά ο Πέπικ, εδώ και δυο μήνες βρίσκεται στην ψειρού…

– Μπράβο, μπράβο!… έκανε όλο έκπληξη ο συνταγματάρχης. Για πέστε μου, όμως, τι κάνετε όταν βρεθείτε μπροστά σε περίπτωση κατασκοπείας; Στην υγειά σας, κ. Πίστορα.

– Ευχαριστώ. Κατασκοπεία είπατε; Με κατασκοπείες δεν μπερδευόμαστε εμείς. Για τις μπρούτζινες, όμως, κλειδωνιές είναι μάνα ο Τσένιεκ κι ο Πίνκους, τα χάλκινα αντικλείδια έμαθε τώρα να τα «δουλεύει» ένας μονάχα, κάποιος Πόουσεκ. Εμείς, κύριε, πάμε στα σίγουρα. Όσο για «κασάδες» έχουμε μπόλικους. Έξι τους, όμως, είναι μέσα τώρα…

– Να σου πω, τους αξίζει, δήλωσε αιμοβόρικα ο συνταγματάρχης. Πιείτε, κ. Πίστορα.

– Ευχαριστώ, είπε ο κ. Πίστορα. Δεν πίνω και πολύ. Στην υγεία σας, το λοιπόν. Και νομίζετε πως αυτοί οι εξυπνάκηδες κάνουνε τίποτα το σπουδαίο; Μια δουλειά έμαθε ο καθένας τους, κύριε μου, κι αυτήνα κάνει ώσπου να τόνε βουτήξουμε. Να, λόγου χάρη, αυτός ο Άντρλικ, «ααά!..», λέει μόλις μ’ έκοψε, «έφτασε ο κ. Πίστορα για κείνηνα την παλιοαποθήκη, μήτε και τον κόπο αξίζει κ. Πίστορα, μονάχα κάτι παλιόχαρτα βρήκα σ’ ένα κουτί…» Πριν ακόμα καν κάνω καμιά δουλειά πάνω του μου τα ‘πε όλα, του λέω: «Εμπρός, πάμε μέσα, ρε κορόιδο, θα τόνε φας το χρόνο γι’ αυτή τη σαχλαμάρα…»

– Ένα χρόνο φυλακή; τον έκοψε ο συνταγματάρχης Χαμπλ με λύπη. Δεν είναι πολύ;

– Μα είναι ληστεία, είπε κι έδειξε τα δόντια ο κ. Πίστορα. Το λοιπόν, σας ευχαριστώ, κ. συνταγματάρχα. Κι αν με χρειασθείτε ξανά, είναι αρκετό να ζητήσετε τον κ. Πίστορα. Κι έφτασα.

– Σας παρακαλώ, κ. Επιθεωρητά – είπε ο συνταγματάρχης – αν ίσως – μμμ -για την εξυπηρέτηση αυτή… γιατί αυτός ο φάκελος είναι… κάπως ιδιαίτερος. Μα… δεν θα ‘θελα να τον χάσω, καταλάβατε… Αν, λοιπόν, μου κάνατε τη χαρά να δεχθείτε γι’ αυτήν την εκδούλευση…, είπε και γρήγορα έχωσε στο χέρι του κ. Πίστορα ένα πενηντάρι.

Ο κ. Πίστορα σοβαρεύτηκε από τη χειρονομία και την έκπληξη.

– Μα δεν ήταν και απαραίτητο…, είπε χώνοντας γρήγορα το πενηντάρι στην τσέπη του. Δεν ήταν τίποτα. Χίλια ευχαριστώ, κύριε, κι αν χρειαστείτε πάλι κάτι…

– Του έδωσα πενήντα κορώνες, είπε ο συνταγματάρχης Χαμπλ στη γυναίκα του καλόβολα. Μα θα του ‘φταναν αυτουνού του βλάκα κι είκοσι, αλλά… – κι ο συνταγματάρχης έκανε μια μεγαλόψυχη χειρονομία – καλά που βρέθηκε αυτός ο καταραμένος φάκελος…

μτφρ. Γιώργης Γρίβας

https://en.wikipedia.org/wiki/Karel_%C4%8Capek

This entry was posted in Λογοτεχνία and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.