Το μάθημα Μουσικής – The Singing Lesson, Katherine Mansfield

The music lessonΓεμάτη απελπισία -ψυχρή, άγρια απελπισία – θαμμένη βαθιά στην καρδιά της σαν φοβερό μαχαίρι, η μις Μήντοους, με καπέλο και μακρύ φουστάνι και μια μικρή μπαγκέτα στο χέρι, περνούσε τους κρύους διαδρόμους που έφερναν στην αίθουσα μουσικής. Κορίτσια κάθε ηλικίας, ροδοκόκκινα απ’ τον αέρα, και ξεχειλίζοντας μ’ εκείνη τη χαρούμενη έξαψη που φέρνει το τρέξιμο στο σχολείο ένα όμορφο φθινοπωριάτικο πρωινό, πέρναγαν βιαστικά, χοροπηδώντας, φτερουγίζοντας δίπλα της˙ από τις άδειες τάξεις ερχόταν ένα ζωηρό βουητό από φωνές˙ κάποιο κουδούνι χτύπησε, κάποια φωνή τιτίβισε σαν πουλάκι «Μύριελ». Κι ύστερα ήρθε από τη σκάλα ένας τρομερός θόρυβος – νταπ, νταπ, νταπ. Καποιανού του ‘χαν πέσει οι αλτήρες.

Η καθηγήτρια της Φυσικής σταμάτησε τη μις Μήντοους.

«Καλη-μέρα», φώναξε με τη γλυκιά, επιτηδευμένη, μακρόσυρτη φωνή της. «Κρύο δεν κάνει; Λες κι είναι χειμώνας».

Η μις Μήντοους, σφίγγοντας μέσα της το μαχαίρι, κοίταξε την καθηγήτρια της Φυσικής με μίσος. Όλα πάνω της ήταν χλωμά, γλυκά σαν μέλι. Δεθ’ απορούσες αν έβλεπες μια μέλισσα πιασμένη μέσ’ στο κουβάρι εκείνων των ξανθών μαλλιών.

«Κάνει μάλλον ψύχρα», είπε η μις Μήντοους βλοσυρά.

Η άλλη έδειξε το μελιστάλαχτο χαμόγελό της.

«Φαίνεσαι ξεπαγιασμένη» είπε. Τα γαλανά της μάτια άνοιξαν διάπλατα˙ μέσα τους άστραψε ένα κοροϊδευτικό φως. (Είχε άραγε προσέξει τίποτε;)

«Ε, όχι και τόσο πολύ» είπε η μις Μήντοους και, σ’ αντάλλαγμα για το χαμόγελό της, έστειλε γρήγορα στην καθηγήτρια της Φυσικής μια γκριμάτσα και προσπέρασε…

Στην αίθουσα μουσικής ήταν μαζεμένες η Τετάρτη, η Πέμπτη κι η Έκτη τάξη. Ο θόρυβος σε ξεκούφαινε. Πάνω στην εξέδρα, δίπλα στο πιάνο, στεκόταν η Μαίρη Μπήζλεϋ, η αγαπημένη μαθήτρια της μις Μήντοους, που έπαιζε τ’ ακομπανιαμέντα. Η Μαίρη στριφογύριζε το σκαμνί του πιάνου. Όταν είδε τη μις Μήντοους έκανε ένα δυνατό, προειδοποιητικό «Σσσσ, κορίτσια!» και η μις Μήντοους, με τα χέρια χωμένα βαθιά μέσ’ στα μανίκια, την μπαγκέτα κάτω απ’ τη μασχάλη, πέρασε τον κεντρικό διάδρομο, ανέβηκε τα σκαλιά, γύρισε απότομα, άρπαξε το μπρούτζινο αναλόγιο της μουσικής, το στερέωσε μπροστά της και χτύπησε δυο φορές δυνατά την μπαγκέτα της για να γίνει σιωπή.

«Σιωπή, παρακαλώ! Αμέσως!» και, χωρίς να κοιτάζει κανέναν, το βλέμμα της διέτρεξε εκείνη τη θάλασσα από χρωματιστές φανελένιες μπλούζες, τα ροδαλά πρόσωπα και τα χέρια που κουνιόνταν πάνω κάτω σπασμωδικά, τις σεινάμενες, σαν πεταλούδες, κορδέλες των μαλλιών και τ’ ανοιχτά βιβλία της μουσικής. Ήξερε ακριβώς τι σκέφτονταν. «Η Μήντυ είναι έξαλλη». Ασ’ τες να το σκέφτονται! Τα ματόφυλλά της τρεμούλιασαν˙ έριξε πίσω το κεφάλι προκαλώντας τες. Τι σημασία μπορούσε να ‘χει το τι σκέφτονταν τούτα τα πλάσματα για κάποιον που στεκόταν εκεί αιμορραγώντας μέχρι θανάτου, με την καρδιά ξεσχισμένη, ξεσχισμένη, από ‘να τέτοιο γράμμα…

…«Αισθάνομαι όλο και περισσότερο ότι ο γάμος μας θα ήταν λάθος. Όχι πως δε σ’ αγαπώ. Σ’ αγαπώ όσο μου ‘ναι δυνατό ν’ αγαπήσω μια γυναίκα, αλλά για να πω την αλήθεια, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι δεν είμαι από τους άντρες που παντρεύονται, και η ιδέα της αποκατάστασης δε με γεμίζει παρά με…» και η λέξη «αηδία» είχε σβηστεί ελαφρά κι από πάνω της είχε γραφτεί «θλίψη».

Μπάζιλ! Η μις Μήντοους πλησίασε αγέρωχα το πιάνο. Η Μαίρη Μπήζλεϋ, που περίμενε τούτη τη στιγμή, έσκυψε μπροστά˙ οι μπούκλες της έπεσαν πάνω στα μάγουλά της, ενώ μουρμούριζε «Καλημέρα, μις Μήντοους» κι έτεινε μάλλον παρά που ‘δωσε στη δασκάλα της ένα όμορφο κίτρινο χρυσάνθεμο. Αυτή η μικρή τελετουργία με το λουλούδι γινόταν πολύν καιρό τώρα, ολόκληρη τη σχολική περίοδο σχεδόν. Αποτελούσε πια τόσο πολύ μέρος του μαθήματος όσο και το άνοιγμα του πιάνου. Τούτο το πρωινό όμως, αντί να το πάρει, αντί να το στερεώσει στη ζώνη της καθώς έσκυβε πάνω απ’ τη Μαίρη κι έλεγε «Ευχαριστώ, Μαίρη. Τι όμορφο! Γύρνα στη σελίδα τριάντα δύο», η Μαίρη είδε έντρομη τη μις Μήντοους ν’ αγνοεί τελείως το χρυσάνθεμο, να μην απαντάει στο χαιρετισμό της, αλλά να λέει παγωμένα. «Στη σελίδα δεκατέσσερα, σε παρακαλώ, και πρόσεχε καλά τους χρόνους».

Φοβερή στιγμή! Η Μαίρη κοκκίνισε μέχρι που ανέβηκαν στα μάτια της δάκρυα, αλλά η μις Μήντοους είχε ξαναγυρίσει στο αναλόγιο της μουσικής˙ η φωνή της ακούστηκε ηχηρή σ’ όλη την αίθουσα. «Σελίδα δεκατέσσερα, θ’ αρχίσουμε με τη σελίδα δεκατέσσερα. Με το «Θρήνο». Τώρα πια, κορίτσια, πρέπει να το ξέρετε, θα το αρχίσουμε όλες μαζί˙ όχι τμηματικά, αλλά όλες μαζί. Και χωρίς έκφραση. Τραγουδήστε το όμως πολύ απλά, κρατώντας το χρόνο με τ’ αριστερό χέρι».

Σήκωσε την μπαγκέτα και χτύπησε το αναλόγιο δυο φορές. Τώρα μπήκε η Μαίρη με τις πρώτες συγχορδίες˙ όλα εκείνα τ’ αριστερά χέρια κατέβηκαν χτυπώντας τον αέρα, κι αντήχησαν όλες εκείνες οι νεανικές, πένθιμες φωνές:

Τι σύντομα μαραίνονται τα ρόδα της χαράς
τι σύντομα ο χειμώνας ξεπροβαίνει
τι γρήγορα οι νότες της χαράς
σβήνουν στ’ αυτί που μόνο τις προσμένει.

Ω, Θε μου, τι θα μπορούσε να ‘ναι πιο τραγικό απ’ αυτόν το θρήνο! Κάθε νότα και στεναγμός, λυγμός, βογκητό απέραντης θλίψης. Η μις Μήντοους σήκωσε τα χέρια της μέσ’ στο φαρδύ φόρεμα κι άρχισε να διευθύνει και με τα δυο. «…Αισθάνομαι όλο και πιο έντονα ότι ο γάμος μας θα ήταν λάθος…» Χτύπησε το χρόνο και οι φωνές θρήνησαν: Τι γρήγορα. Τι τον έπιασε να γράψει τέτοιο γράμμα! Τι μπορούσε να φταίει γι’ αυτό! Ήρθε τόσο ξαφνικά. Το τελευταίο του γράμμα ήταν όλο για μια βιβλιοθήκη από βελανιδιά που είχε αγοράσει για τα βιβλία «μας», κι ένα «μικρό, κομψό έπιπλο εισόδου» που είχε δει, «ένα πολύ περιποιημένο πραματάκι με μια σκαλιστή κουκουβάγια πάνω σ’ ένα υποστήριγμα, που κρατούσε στα νύχια της τρεις βούρτσες για καπέλα». Πόσο είχε γελάσει μ’ αυτό! Μόνο ένας άντρας μπορούσε να σκεφτεί πως χρειάζονταν τρεις βούρτσες για καπέλα! Σβήνουν στ’ αυτί, τραγούδησαν οι φωνές.

«Άλλη μια φορά», είπε η μις Μήντοους. Τούτη τη φορά όμως τμηματικά. Και πάλι χωρίς έκφραση. Τι σύντομα μαραίνονται. Τώρα που προστέθηκε κι η θλίψη των κοντράλντο, σου ‘ρχόταν ανατριχίλα. Τα ρόδα της χαράς. Την τελευταία φορά που είχε έρθει να τη δει, ο Μπάζιλ φορούσε στην μπουτουνιέρα του ένα τριαντάφυλλο. Τι όμορφος που ήταν μ’ εκείνο το φωτεινό μπλε κουστούμι, μ’ εκείνο το σκούρο κόκκινο τριαντάφυλλο! Και το ‘ξερε κιόλας. Δεν μπορούσε να μην το ξέρει. Πρώτα χάιδεψε τα μαλλιά του, μετά το μουστάκι του˙ τα δόντια του άστραφταν όταν χαμογελούσε.

«Η γυναίκα του διευθυντή με καλεί συνεχώς στο δείπνο. Φοβερά ενοχλητική. Ποτέ δεν έχω ένα δικό μου βράδυ σ’ εκείνο το μέρος».

«Μα δεν μπορείς ν’ αρνηθείς;»

«Ε, δεν πάει για έναν άντρα στη θέση μου να μην είναι δημοφιλής».

Οι νότες της χαράς, έσκουζαν οι φωνές. Οι ιτιές έξω απ’ τα ψηλά, στενά παράθυρα, σειόνταν στον άνεμο. Τα μισά τους φύλλα είχαν πέσει. Τα μικροσκοπικά φυλλαράκια που είχαν μείνει κολλημένα πάνω τους σπαρτάραγαν σαν ψάρια πιασμένα στην πετονιά. «..Δεν είμαι απ’ τους άντρες που παντρεύονται…» Οι φωνές είχαν σωπάσει˙ το πιάνο περίμενε.

«Πολύ καλό», είπε η μις Μήντοους, αλλά και πάλι μ’ έναν τόσο παράξενο, πέτρινο τόνο, που τα μικρότερα κορίτσια τρόμαξαν πραγματικά. «Τώρα όμως που το ξέρουμε, θα το ξαναπάρουμε με έκφραση. Όσο περισσότερη έκφραση μπορείτε να δώσετε. Σκεφτείτε τα λόγια, κορίτσια. Χρησιμοποιήστε τη φαντασία σας. Τι σύντομα μαραίνονται, φώναξε η μις Μήντοους. «Αυτό πρέπει να ξεσπάσει – μ’ ένα δυνατό, φωναχτό forte – μ’ ένα θρήνο. Και μετά στη δεύτερη γραμμή, Χειμώνας ξεπροβαίνει, κάντε εκείνο το Χειμώνας σαν να φύσαγε μέσ’ απ’ αυτόν ένας παγωμένος αέρας. Χειμώνας!» είπε με τόσο φοβερό τρόπο που η Μαίρη Μπήζλεϋ, στο αναλόγιο της μουσικής, ένιωσε στη ραχοκοκαλιά της μια κρυάδα. «Η τρίτη γραμμή πρέπει να ‘ναι κρεσέντο. Τι γρήγορα οι νότες της χαράς. Ξεσπάτε στην πρώτη λέξη της τελευταίας σειράς, Σβήνουν. Και μετά πρέπει ν’ αρχίσετε να χαμηλώνετε… να σβήνετε… μέχρι που Τ’ αυτί που μόνο τις προσμένει να μην είναι παρά ένας ψίθυρος… Στην τελευταία γραμμή μπορείτε να χαμηλώσετε όσο θέλετε. Τώρα, παρακαλώ».

Ξαναχτύπησε ελαφρά την μπαγκέτα δυο φορές και ξανασήκωσε τα χέρια. Τι σύντομα μαραίνονται. «…Και η ιδέα της αποκατάστασης δε με γεμίζει παρά με αηδία…» Είχε γράψει αηδία. Αυτό σήμαινε ότι ο αρραβώνας τους είχε διαλυθεί οριστικά. Είχε διαλυθεί! Ο αρραβώνας τους! Ο κόσμος είχε ξαφνιαστεί αρκετά που είχε αρραβωνιαστεί. Η καθηγήτρια της Φυσικής δεν μπορούσε στην αρχή να το πιστέψει. Κανείς όμως δεν είχε εκπλαγεί όσο η ίδια. Αυτή ήταν τριάντα. Ο Μπάζιλ είκοσι πέντε. Το πήρε για θαύμα, τίποτ’ άλλο παρά ένα θαύμα, όταν, καθώς γύριζαν από την εκκλησία κείνη τη σκοτεινή νύχτα, τον άκουσε να της λέει «Ξέρεις, δεν ξέρω πώς, αλλά έχεις αρχίσει να μ’ αρέσεις». Και είχε πιάσει την άκρη του μποά της από φτερά στρουθοκαμήλου. Σβήνουν στ’ αυτί που μόνο τις προσμένει.

«Επανάληψη! Επανάληψη!» έκανε η μις Μήντοους. «Περισσότερη έκφραση, κορίτσια! Άλλη μια φορά!»

Τι σύντομα μαραίνονται. Τα μεγαλύτερα κορίτσια είχαν γίνει κατακόκκινα˙ μερικά απ’ τα μικρότερα έβαλαν τα κλάματα. Στα παράθυρα χτύπαγαν μεγάλες στάλες βροχής, και μπορούσε κανείς ν’ ακούσει τις ιτιές να ψιθυρίζουν «…όχι πως δε σ’ αγαπώ…»

«Μα, αγάπη μου, αν μ’ αγαπάς» σκέφτηκε η μις Μήντοους «δε με πειράζει το πόσο. Αγάπα με όσο λίγο θέλεις». Ήξερε όμως πως δεν την αγαπούσε. Όχι αρκετά για να φροντίσει να σβήσει εκείνο το «αηδία» ώστε να μην το διαβάσει! Τι σύντομα ο χειμώνας ξεπροβαίνει. Χώρια που θα ‘πρεπε ν’ αφήσει και το σχολείο. Θα της ήταν αδύνατο ν’ αντιμετωπίσει την καθηγήτρια της Φυσικής ή τα κορίτσια απ’ τη στιγμή που θα γινόταν γνωστό. Θα έπρεπε να εξαφανιστεί κάπου. Φτάνουν στ’ αυτί. Οι φωνές άρχισαν να χαμηλώνουν, να σβήνουν, να ψιθυρίζουν… να χάνονται…

Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα. Ένα κοριτσάκι ντυμένο στα μπλε διέσχισε το διάδρομο με θόρυβο, με κρεμασμένο το κεφάλι, δαγκώνοντας τα χείλια και παίζοντας το ασημένιο βραχιόλι στο μικρό, κοκκινισμένο καρπό. Ανέβηκε τα σκαλιά και στάθηκε μπροστά στη μις Μήντοους.

«Τι συμβαίνει, Μόνικα;»

«Αν έχετε την καλοσύνη, μις Μήντοους», είπε το κοριτσάκι με κομμένη την ανάσα «η μις Ουάιατ θέλει να σας δει στην αίθουσα των καθηγητών».

«Πολύ καλά», είπε η μις Μήντοους και φώναξε στα κορίτσια. «Έχω το λόγο σας ότι θα μιλάτε χαμηλόφωνα όσο θα λείπω». Αυτά όμως ήταν πολύ εξουθενωμένα για να κάνουν οτιδήποτε άλλο. Τα περισσότερα φύσαγαν τη μύτη τους.

Οι διάδρομοι ήταν παγωμένοι και σιωπηλοί κι αντηχούσαν στα βήματα της μις Μήντοους. Η διευθύντρια καθόταν μπροστά στο γραφείο της. Για μια στιγμή έμεινε με το κεφάλι κατεβασμένο. Ως συνήθως ξεμπέρδευε τα γυαλιά της, που είχαν μαγκώσει στο δαντελένιο της γιακά. «Καθίστε, μις Μήντοους» της είπε πολύ καλοσυνάτα. Κι ύστερα σήκωσε απ’ το σουμέν ένα ροζ φάκελο. «Έστειλα να σας φωνάξουν γιατί είχατε αυτό το τηλεγράφημα».

«Τηλεγράφημα για μένα, μις Ουάιατ;»

Ο Μπάζιλ! Είχε αυτοκτονήσει, συμπέρανε η μις Μήντοους. Το χέρι της τινάχτηκε να το πάρει, αλλά η μις Ουάιατ το κράτησε για μια στιγμή. «Ελπίζω να μην είναι άσχημα νέα» είπε με καλοσύνη. Η μις Μήντοους το άνοιξε σκίζοντας το φάκελο.

«Αγνόησε γράμμα πρέπει ήμουν τρελός αγόρασα καλόγερο σήμερα. Μπάζιλ». Διάβασε και δεν μπορούσε ν’ αποτραβήξει τα μάτια της απ’ το τηλεγράφημα.

«Ελπίζω πως δεν είναι τίποτα σοβαρό» έκανε η μις Ουάιατ σκύβοντας μπροστά.

«Α, όχι, ευχαριστώ, μις Ουάιατ» είπε κοκκινίζοντας η μις Μήντοους. «Δεν είναι τίποτα άσχημο. Είναι -της ξέφυγε σαν δικαιολογία ένα γελάκι- «είναι από τον αρραβωνιαστικό μου που λέει ότι… λέει ότι…». Ακολούθησε σιωπή, «Κατάλαβα» έκανε η μις Ουάιατ. Κι άλλη σιωπή. Ύστερα. «Έχετε ακόμη δεκαπέντε λεπτά απ’ την τάξη σας, έτσι δεν είναι, μις Μήντοους;»

«Μάλιστα, μις Ουάιατ». Η μις Μήντοους σηκώθηκε και σχεδόν έτρεξε προς την πόρτα.

«Α, μια στιγμή, μις Μήντοους», είπε η μις Ουάιατ. «Πρέπει να σας πω ότι δε μ’ αρέσει να παίρνουν οι καθηγητές μου τηλεγραφήματα τις ώρες του σχολείου, εκτός κι αν πρόκειται για πολύ άσχημα νέα, όπως ένας θάνατος», εξήγησε η μις Ουαιατ, «ή κάποιο πολύ σοβαρό δυστύχημα ή κάτι παρόμοιο. Τα καλά νέα, μις Μήντοους, μπορούν πάντα να περιμένουν, ξέρετε».

Πετώντας από ελπίδα, αγάπη, χαρά, η μις Μήντοους έφτασε βιαστικά στην αίθουσα της μουσικής, διέσχισε το διάδρομο, ανέβηκε τα σκαλιά, και πλησίασε το πιάνο.

«Στη σελίδα τριάντα δύο, Μαίρη» έκανε, «σελίδα τριάντα δύο» και παίρνοντας το κίτρινο χρυσάνθεμο, το κράτησε μπροστά στα χείλη της για να κρύψει το χαμόγελό της. Μετά στράφηκε στα κορίτσια, χτυπώντας την μπαγκέτα της: «Σελίδα τριάντα δύο, κορίτσια, σελίδα τριάντα δύο».

Λουλούδια γεμάτες, καλάθια με φρούτα
να πούμε ερχόμαστε τα συχαρίκια…

«Σταματήστε! Σταματήστε!» φώναξε η μις Μήντοους. «Αυτό είναι φοβερό. Είναι απαίσιο». Και χαμογέλασε ακτινοβολώντας στα κορίτσια της. «Τι πάθατε όλες σας; Σκεφτείτε, κορίτσια, σκεφτείτε τι τραγουδάτε. Λουλούδια γεμάτες, καλάθια με φρούτα. Και Συχαρίκια». Η μις Μήντοους σταμάτησε. «Μην είστε τόσο μελαγχολικές, κορίτσια. Το τραγούδι πρέπει να ‘ναι ζεστό, χαρούμενο, γεμάτο ενθουσιασμό. Συχαρίκια. Άλλη μια φορά. Ζωηρό. Όλες μαζί. Εμπρός, λοιπόν!»

Και τούτη τη φορά η φωνή της μις Μήντοους ακούστηκε πάνω απ’ όλες τις άλλες – βαθιά, γεμάτη, μεστή από έκφραση.

μτφρ. Μίνα Δαλαμάγκα

https://en.wikipedia.org/wiki/Katherine_Mansfield

http://www.eastoftheweb.com/short-stories/UBooks/SingLess.shtml

http://sittingbee.com/the-singing-lesson-katherine-mansfield/

This entry was posted in Λογοτεχνία and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.