Φυσική Θρησκεία κατά τον David Hume – Dialogues Concerning Natural Religion, Hume

the-creation-of-adam MichelangeloΤην περίοδο του Διαφωτισμού προωθήθηκε ο διαχωρισμός μεταξύ της Φυσικής Θρησκείας και της εξ αποκαλύψεως θρησκείας. Η φυσική θρησκεία ήταν η προσπάθεια θεμελίωσης του Θεού μέσω του ανθρωπίνου λόγου και ο Hume ως ένας σκεπτικιστής ορθολογιστής διατύπωσε τις κρίσεις του περί των θεολογικών επιχειρημάτων τα οποία και απέρριψε.Ο David Hume (1711 – 1776) θεωρείται από πολλούς ως ο σπουδαιότερος Βρετανός φιλόσοφος. Το σημαντικότερο φιλοσοφικό έργο του Hume, ο οποίος γεννήθηκε στο Εδιμβούργο, ήταν η Πραγματεία για την Ανθρώπινη φύση (1739-40) όπου διατύπωσε τη βασική του θεώρηση περί γνωσιολογίας ότι οι αντιλήψεις του ανθρωπίνου νου αναλύονται στις εντυπώσεις και τις ιδέες, ενώ επίσης διατύπωσε και σκέψεις περί της ιδέας της αιτιότητας.

Από τα μέσα του 17ου αιώνα εντάθηκαν οι συζητήσεις περί της φυσικής θρησκείας και ειδικότερα διατυπώθηκαν ερωτήματα σχετικά με το εάν οι θρησκευτικές μας πεποιθήσεις πήγαζαν από την ίδια την ανθρώπινη φύση ή αποτελούσαν επινοήματα αυτής. Ο Hume αμφισβήτησε την έννοια της φυσικής θρησκείας και μέσω των «Διαλόγων» του προσπάθησε να διερευνήσει εάν το θρησκευτικό φαινόμενο απέρρεε από τη νόηση του ανθρώπου και μπορούσε να εξηγηθεί όπως οι εμπειρικές επιστήμες ή επρόκειτο για μία ανάγκη ικανοποίησης φυσικών μας ενστίκτων όπως είναι ο φόβος και η ελπίδα.

Στους «Διάλογους» του σχετικά με τη φυσική θρησκεία οι τρεις χαρακτήρες, Δημέας, Κλεάνθης και Φίλωνας, αναπαρήγαγαν τα σύγχρονα της εποχής του Hume θεολογικά επιχειρήματα όπως ήταν το κοσμολογικό και το τελεολογικό επιχείρημα.

Το κοσμολογικό επιχείρημα το οποίο διατυπώθηκε από το Δημέα, έναν ορθολογιστή θεολόγο, χαρακτηριζόταν και ως «a priori» επιχείρημα. Αυτό προϋπέθετε ότι με μόνο τη βοήθεια του λόγου και μέσω παραγωγικών επιχειρημάτων μπορούσε να φτάσει σε βέβαιη γνώση που στην προκειμένη περίπτωση ήταν η ύπαρξη ενός ανώτερου Όντος.  Ο Δημέας χαρακτηριστικά ανέφερε στο 9ο Μέρος των «Διαλόγων» ότι «Όλα όσα υπάρχουν πρέπει να έχουν μία αιτία ή ένα λόγο για την ύπαρξη τους,…»και με τη βοήθεια της συνεπαγωγής αιτία-αποτέλεσμα οδηγείται στο συμπέρασμα ότι υπάρχει η αναγκαιότητα ύπαρξης ενός αρχικού όντος, η ύπαρξη του οποίου οφείλεται μόνο στον εαυτό του, δηλαδή του Θεού. Ο Hume έβαλε τον Κλεάνθη, έναν φιλόσοφο, να κατακρίνει τη θέση αυτή του Δημέα. Η κριτική του Κλεάνθη βασιζόταν στη λογική απόδειξη και όπως ειδικότερα ανέφερε «…. δεν υπάρχει ον του οποίου η ύπαρξη να είναι λογικά αποδείξιμη…».Αναλυτικότερα διατυπώθηκε η άποψη ότι η ύπαρξη ως έννοια δεν μπορούσε να αποδειχτεί με «a priori» επιχειρήματα. Ως εκ τούτου η σύλληψη με το νου ενός όντος είτε ως υπάρχον είτε ως μη υπάρχον δεν συνεπάγετο λογική αντίφαση. Επιπρόσθετα στο τέλος του Μέρους αυτού των «Διαλόγων», ο Φίλωνας, ένας ακαδημαϊκός σκεπτικιστής, καταλήγει στο συμπέρασμα που προφανώς υιοθετήθηκε και από τον Hume ότι το «a priori» επιχείρημα θεωρείτο ανεπαρκές για την απόδειξη της ύπαρξης του Θεού.

Το τελεολογικό επιχείρημα ή επιχείρημα περί Σχεδίου διατυπώθηκε από τον Κλεάνθη στο 2ο Μέρος των «Διαλόγων» το οποίο χαρακτηρίστηκε και ως «a posteriori» επιχείρημα. Ο Hume μέσω του Κλεάνθη διατύπωσε ένα γνωστό για την εποχή θεολογικό επιχείρημα το οποίο βασιζόταν στην παρατήρηση του κόσμου, δηλαδή αναγόταν στην εμπειρία ως «a posteriori», και επιπρόσθετα με τη βοήθεια κανόνων αναλογίας αποδείκνυε την ύπαρξη του Θεού αλλά και ιδιότητες αυτού.Το επιχείρημα αυτό βασιζόταν αφενός σε κανόνες αναλογίας μεταξύ των ανθρωπίνων κατασκευών και του σύμπαντος και αφετέρου στη παρατήρηση αυτού του εύτακτου και θαυμάσιου κόσμου, δηλαδή της φύσης, η οποία προδιέθετε τη σκέψη ότι δεν μπορούσε παρά να είναι το έργο ενός υπέρτατου Δημιουργού με άπειρα και τέλεια χαρακτηριστικά ομοίως. Ο Φίλωνας μέσω του Hume, ανέλαβε να αποδομίσει το επιχείρημα του Κλεάνθη διατυπώνοντας αφενός μεν το ερώτημα ότι «….Μπορεί όμως ένα μέρος της φύσης…..να αποτελέσει κανόνα για το όλον;…», αφετέρου δε την άποψη ότι «…η πρόβλεψη τελικών αιτιών δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη ενός τελικού σχεδίου…»

Ο Hume ως γνήσιος εμπειριστής έθεσε υπό κριτική το επιχείρημα αυτό και το θεώρησε αδύνατο. Διατύπωσε ότι κάθε συμπέρασμα που απομακρύνεται από τη σφαίρα της εμπειρίας θεωρούνταν απλώς εικασία ή φαντασία, ενώ υποστήριξε ότι θα μπορούσαμε να δεχθούμε την εικασία περί σχεδίου δημιουργίας του σύμπαντος από κάποιον ανώτερο νου, αλλά δεν διαθέτουμε κανένα επαγωγικό συλλογισμό που να θεμελιώνει την υπόθεση αυτή. Επιπρόσθετα ισχυρίστηκε ότι από μία ιδέα που έχουμε για ένα μέρος του σύμπαντος δεν μπορούμε να διατυπώσουμε λογικά συμπεράσματα για το όλο εάν αυτά δεν βασίζονται σε εμπειρικά δεδομένα όπως για παράδειγμα η γνώση που αποκτήθηκε για τα ουράνια σώματα με την Κοπερνίκεια Επανάσταση.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία:

1.Χιουμ, Ντ., Διάλογοι για τη φυσική θρησκεία, μτφρ. Χ. Γρηγορίου, Νήσος, Αθήνα 2012.

2.Alessio, F., Ιστορία της νεότερης φιλοσοφίας, Τραυλός, Αθήνα 2012.

3.Kenny, A., Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, Νεφέλη, Αθήνα 2005.

4.Woolhouse, R.S., Φιλοσοφία της Επιστήμης, Τόμος Β’: Οι εμπειριστές, μτφρ. Σ. Τσούρτη, Πολύτροπον, Αθήνα 2003.

5.Λαγκρέ, Ζ., Η φυσική θρησκεία, μτρφ. Αλ. Παπαθανασοπούλου, Πατάκης, Αθήνα 1996.

6. https://en.wikipedia.org/wiki/Dialogues_Concerning_Natural_Religion

 

 

 

This entry was posted in Φιλοσοφία and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.