Μουσική και Αντιμεταρρύθμιση – Music and Counter-Reformation

Η μουσική κατά το 17ο αιώνα αποτελούσε μέρος κοινωνικών εκδηλώσεων αλλά επίσης απέκτησε και την ιδέα της απόλαυσης. Στην Ιταλική Χερσόνησο πραγματοποιήθηκαν  οι πρώτες θεωρητικές συζητήσεις περί μουσικής, οι οποίες κατέληγαν στο ότι η μουσική δεν θα πρέπει να υπερτερεί του κειμένου, αλλά να το εξυψώνει και να δίνει συγκινησιακή ένταση. Ως εκ τούτου σταδιακά η μουσική που δημιουργείται άρχισε να διαθέτει χαρακτηριστικά «Baroque», δηλαδή να διακατέχεται από εντάσεις, αντιθέσεις, ρυθμό και γενικότερα χρωματισμό των λέξεων του κειμένου ώστε να συγκινεί.

Η πολυφωνική μουσική της Αναγέννησης έδωσε τη θέση της στην ομοφωνία και στην αντικατάσταση των φωνών από μουσικά όργανα, δηλαδή τη μονωδία, και αυτό είχε ως συνέπεια η φωνητική μουσική σταδιακά να παρέχει χώρο στην ορχηστρική. Ο συνδυασμός φωνητικής και ορχηστρικής μουσικής πραγματοποιούνταν με χρωματισμό των λέξεων και κλιμάκωση της μελωδίας. Γενικά υιοθετήθηκε μια νέα αρμονική αντίληψη και επινοήθηκαν νέοι κανόνες όπως το «Basso Continuo». Επίσης, προκειμένου να αποδοθεί μια αρμονική και μελωδική σύνθεση τα μουσικά όργανα βελτιώθηκαν ενώ η τεχνική εκτέλεση από μέρους των μουσικών εξελίχθηκε.

Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα που συνδύαζε τη δραματικότητα και θεατρικότητα της περιόδου  «Baroque» ήταν η όπερα, η οποία εμφανίστηκε στο τέλος του 16ου αιώνα στην Ιταλία. Η όπερα ήταν ένα δράμα το οποίο παιζόταν τραγουδιστά και συνδύαζε πολλά στοιχεία όπως τη μουσική, τη ζωγραφική, την ορχήστρα και το χορό. Αποτελείτο πολλά μέρη, όπως χορωδία, ρετσιτατίβο δηλαδή τραγουδιστή απαγγελία, άριες, δηλαδή τραγούδια με συγκινητικό χαρακτήρα, τα οποία βασίζονταν σε λιμπρέτο, δηλαδή σε ένα θεατρικό ή ποιητικό κείμενο. Η Ιταλική όπερα διαδόθηκε σε όλη την Ευρώπη λαμβάνοντας διάφορες μορφές, με θέματά αρχικά μυθολογικά, ενώ άλλες ήταν κωμικές και άλλες τραγικές. Άλλα μουσικά είδη που αναπτύχθηκαν την περίοδο  «Baroque» ήταν το ορατόριο, μουσικό έργο με θρησκευτικό θέμα, η καντάτα και η σονάτα, μουσικά κομμάτια για φωνή με συνοδεία ή όχι μουσικών οργάνων, καθώς και το κοντσέρτο το οποίο ήταν οργανική μουσική.

Η περίοδος αυτή έχει να επιδείξει σημαντικές μουσικές μεγαλοφυίες. Χαρακτηριστικότεροι εκπρόσωποι ήταν ο Ιταλός Claudio Giovanni Antonio Monteverdi (1567 – 1643), που συνέθεσε τις πρώτες αντιπροσωπευτικές όπερες «Baroque», ο Johann Sebastian Bach (1685 – 1750) που συνέθεσε κυρίως θρησκευτικές καντάτες, ο George Frideric Handel (1685 – 1759) με τη σύνθεση ορατορίων και ο Antonio Lucio Vivaldi (1678 – 1741), ο οποίος συνέθεσε κοντσέρτα.

L’Orfeo, by Claudio Monteverdi, a libretto by Alessandro Striggio

O Claudio Monteverdi γεννήθηκε στην Κρεμόνα και αρχικά ήταν μουσικός στην αυλή του Δούκα της Μάντοβα, ενώ τα περισσότερα χρόνια της σταδιοδρομίας του διετέλεσε αρχιμουσικός στην εκκλησία του Αγίου Μάρκου στη Βενετία. Στην εποχή του ήταν γνωστός για τα μαδριγάλια του. Ήταν ο πρώτος που συνέθεσε όπερα, τον «Ορφέα», ένα έργο γεμάτο από δραματική ένταση και πάθος. Η όπερα αυτή ήταν παραγγελία του Δούκα της Μάντοβα για τον εορτασμό του καρναβαλιού της πόλης το 1607. Αποτελείτο από πέντε πράξεις, ενώ δύο χρόνια μετά την πρώτη της εκτέλεση, παρουσιάστηκε με διαφορετικό τέλος, πιο ευχάριστο.

Πριν από την εκτέλεση της συγκεκριμένης όπερας, υπήρξαν και άλλες συνθέσεις που προηγήθηκαν. Αυτή όμως θεωρείται ως η πρώτη που εγκαινίασε την εκφραστική δύναμη της μουσικής και τη συναισθηματική απόδοση του κειμένου. Η όπερα αυτή βασίζεται σε libretto του Alessandro Striggio (1573 – 1630) το οποίο συνδυάστηκε άρρηκτα με την μουσική δίνοντάς της δραματική ένταση. Στην εισαγωγή της, η οποία αποτελεί ορχηστρικό κομμάτι, δηλώνεται η δύναμη της μουσικής, που θεωρείται ότι μπορεί να αγγίξει συναισθηματικά κάθε ψυχή, χωρίς να υποστηρίζεται από κείμενο. Επιπρόσθετα, η μουσική φαντασία του Monteverdi προσέδωσε καινοτόμα στοιχεία στην όπερα αυτή όπως ήταν η συνολική ενορχήστρωσή της με τη χρήση πλούσιου ορχηστρικού συνόλου και η απελευθέρωση της μουσικής του με ταυτόχρονη ανάδειξη της δραματικότητας. Οι απαγγελίες του Ορφέα σε διάφορα σημεία της όπερας με τον χρωματισμό των λέξεων δημιουργούν ρυθμική και αρμονική σύνθεση αφού συνδυάζονται με πολυφωνικές χορωδίες. Σημαντική ήταν η μαγευτική Άρια του Ορφέα προς τον Χάροντα «Possente spirto». Ο συνθέτης με τη σύμπραξη του τονισμού των λέξεων του τραγουδιού, αλλά και την ενορχήστρωση με μουσικά όργανα, τα οποία απέδιδαν το παίξιμο της λύρας του Ορφέα, πετυχαίνει μία πειστική και συγκινητική σκηνή.  Συμπερασματικά, η όπερα περιλαμβάνει σκηνές με χορό, χορωδίες και μελωδικά πολυφωνικά σύνολα,  δίνοντας στο σύνολο του έργου  ένα πλούσιο αισθητικό μωσαϊκό.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία:

C. Headington, Ιστορία της Δυτικής Μουσικής από την Αρχαιότητα ως τις Μέρες μας, τόμ. 1., Αθήνα, Gutenberg, 1994

Machlis Joseph, Forney Kristine, Η απόλαυση της Μουσικής, Αθήνα, ΕΚΔΟΣΕΙΣ FAGOTTO, 1996.

Πολλά στοιχεία αναφορικά με την όπερα «L’Orfeo» του Claudio Monteverdi αντλήθηκαν από τις ακόλουθες εργασίες – κείμενα που αναζητήθηκαν μέσω του διαδικτύου:

1. Uri Golomb, “Ars Polemica:Monteverdi’s Orfeo as artistic creed”, Published in Goldberg: Early Music Magazine 45 (April 2007): 44-57.,

2. Herbert Lindenberger, “A brief consumers’ history of Opera as a chapter in Situating Opera: Period, Genre, Reception”, Cambridge: Cambridge University Press, 2010.

This entry was posted in Τέχνη and tagged , , , . Bookmark the permalink.